Η Καππαριά ανήκει στο δυτικό τμήμα του Όρμου Κορθίου, ενός μεγαλύτερου οικισμού του νότιου τμήματος του νησιού. Η περιοχή του Κορθίου καταλαμβάνει ολόκληρο το νοτιοδυτικό τμήμα της Άνδρου. Ο οικισμός του Κορθίου βρίσκεται σε υψόμετρο 153 μέτρων. Αποτελούσε ανεξάρτητο δήμο έως την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτη το 2010, που ορίζει την ένταξή του στον Δήμο Άνδρου. Περιλαμβάνει 19 οικισμούς, οι οποίοι εντάσσονται σε τέσσερεις ευρύτερες ενότητες.

Ο οικισμός της Καππαριάς βρίσκεται στην αρχή της εύφορης κοιλάδας του Κορθίου, σε μία πλαγιά του όρους "Γερακώνας", σε υψόμετρο 240μ απ' όπου ξεκινά ο Καππαριανός ποταμός,. Απέχει 34 χιλιόμετρα από την χώρα της Άνδρου. Η Καππαριά απαρτίζεται από τέσσερα επιμέρους μικρότερα οικιστικά σύνολα από νότο προς βορρά: το Πέρα Χώριο, τους Μωρακαίους, την Καππαριά ("Μεγάλο Χωριό") και το Τζέο.

Το όνομα της Καππαριάς δεν παραπέμπει σε κάππαρη όπως υποστηρίζουν συλλογικές πεποιθήσεις, αλλά στην ιταλική λέξη cappara (καπάρο) η οποία σήμαινε καταβολή τιμήματος έναντι μεταγενεστέρου οφέλους, ή και καταβολή τιμήματος για κατακράτηση ενός είδους ή υποχρέωσης προκειμένου να αποκομισθεί πολλαπλάσιο όφελος. Η συμφωνία μεταξύ των δύο περιοχών όριζε εκατέρωθεν υποχρεώσεις, μεταξύ των εγκατεστημένων κατοίκων της Καππαριάς και τον Λατίνο άρχοντα του Πάνω Κάστρου, με αντικείμενο σχετικό με την εκτροφή περιστεριών. Η οικονομική αυτή και φεουδαλική σχέση Πάνω Κάστρου - Καππαριάς λειτουργούσε σαν συνδετικός κρίκος ενώνοντας τα δύο άκρα του εκτεταμένου αυτού φέουδου.

Αξίζει να σημειωθεί  το όνομα του οικιστικού συνόλου "Τζέο" της Καππαριάς συσχετίζεται με τον Ηγεμόνα Τζεν.

Την ιστορία της Άνδρου χαρακτηρίζει η υπεροχή της αστικής τάξης από τα τέλη του 18ου αιώνα,  λόγω της ανάπτυξης της ναυτιλίας. Η δραστηριότητα αυτή προώθησε την οικονομική ανάπτυξη και απέδωσε στην αρχιτεκτονική του νησιού νέο χαρακτήρα. Ωστόσο, τμήματα της μεσαιωνικής διάταξης των οικισμών, με στενούς δρόμους και καμάρες, είναι ακόμα εμφανή.

Τέλος, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Καππαριάς είναι το πλήθος των περιστερώνων της, που χρονολογούνται μετά τον 13ο αιώνα. Η κατασκευή τους αποδίδεται στους Ενετούς και στους εν γένει Λατίνους άρχοντες της περιοχής, οι οποίοι τους κτίζουν κατά τον τετράγωνο τύπο που συνηθίζεται στην πατρίδα τους, ακολουθώντας την αρχιτεκτονική ρυθμολογία της εποχής που εφαρμόζεται σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Χρησιμοποιούνταν κυρίως για την κατανάλωση των περιστεριών ως τροφή, και αποτελούσαν παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης της Καππαριάς, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, είχε το αποκλειστικό δικαίωμα εκτροφής περιστεριών στην περιοχή του Πάνω Κάστρου.  Μετά την πτώση της Ενετοκρατίας οι περιστεριώνες αυτοί παρήκμασαν και μετατράπηκαν σε οικοδομικό υλικό αιμασιών ή και κατοικιών, λόγω της εγκατάλειψής τους. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην ως επί το πλείστον απουσία τους από το νησί, με εξαίρεση τον οικισμό της Καππαριάς.

Ως προς τα αρχιτεκτονικά στοιχεία, σήμερα στην ύπαιθρο της Άνδρου, και ιδιαίτερα στην Καππαριά, κυριαρχούν τα αγροτικά πετροκάλυβα. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από την διαμόρφωση αιμασιών στο έδαφος, με ξερολιθιές που συγκρατούν το χώμα . Τα σπίτια χρονολογούνται στην εποχή του μεσαίωνα,  και σε όλα χρησιμοποιείται ως δομικό υλικό  ο σχιστόλιθος. 

(Πηγή:http://5a.arch.ntua.gr/project/14156/14923)


 

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now